Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

προβολη ταινιας

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

πολιτική των ζουμπουλιών


Δεν μπορώ να περιφράξω ένα κηπάκι από τους ανθρώπους που θεωρούν ελευθερία να ποδοπατάν ζουμπούλια; Είπε η κυρία Κούλα και κάρφωσε τον τελευταίο πάσαλο στο αφράτο χώμα.
Ήταν λίγο χοντρούλα μα νταρντανογυναίκα, έμοιαζε λίγο με την Αρλέτα χωρίς την κιθάρα και 15 χρόνια πριν. Μόνο που αυτή αντί για τραγούδια, έφτιαχνε κήπους σε παρτέρια ορφανά σε όλη την πόλη. Ήταν χωρίς να το ξέρει μία πράσινη αντάρτισσα.
Της ήρθε η ιδέα μία βραδιά που πήγαινε στην λαϊκή να στήσει τον πάγκο της και διαπίστωσε ότι το μόνο πράσινο σε εκείνη την γειτονιά είναι τα κομμένα μαρούλια που έφερνε για πώληση. Είπε ότι τέτοια μοίρα, τσιμέντο δίχως πράσινο δεν την αξίζει κανένας τόπος, λόγια σταράτα, σαν να λέμε.
Άνοιξε το λευκό κλουβάκι της W.V. που είχε τις πρασινάδες προς πώληση, γιατί θυμήθηκε ότι είχε αγοράσει και κάτι φιντανάκια ζουμπούλια, ορτανσίες και σκυλάκια για να τα βάλει στον κήπο της στον Μαραθώνα, πήρε τα φυντάνια και άρχισε να ψάχνει τόπο για να τα βάλει.
Που να τα βάλω που η γης έχει να δεχτεί κάτι στα σπλάχνα της, ποιος ξέρει από πότε.. θα μαραζώσουν τα κακόμοιρα.. είπε και πήρε ένα ξύλο που βρήκε παραδίπλα μοναχό σε μια οικοδομή. ‘Έσκαψε λιγάκι ένα παραμελημένο παρτέρι και έχωσε στα κρυφά τα 3 φυντάνια. Αγόρασε ένα μπουκάλι νερό του έκανε 3 τρύπες με την αγκράφα της, και το έχωσε ανάμεσα τους.
Σιγά σιγά η κυρία κούλα με αυτό το σύστημα είχε γεμίσει όλα τα ορφανά παρτέρια όπου είχε λαϊκή και σχόλη. Την πήρε χαμπάρι και η συναδέλφισα που πουλούσε τα ανθοκομικά και της έκανε πρόταση να της κάνει σκόντο σε ό,τι αγόραζε, «αφού είναι για καλό σκοπό και είσαι και εσύ κούλα μου, εμένα δεν με σώνει ένα γλαστράκι» της είπε.
Από τότε που ξεκίνησε το σχέδιό της να υιοθετήσει τα παρτέρια στις τσιμεντογειτονιές, ξαναβρήκε το κέφι της για την δουλειά. Δεν ήταν πια αγκαρία το ξύπνημα μέσα στην νύχτα για να πάει στην θέση της να στήσει τον πάγκο της, ίσα ίσα που μπορούσε να πάει και λίγο νωρίτερα να κάμει την «δουλειά» πριν να γεμίσει ο τόπος πραματευτάδες και της βγάλουν κάνα κουδούνι, φτάνει που το ξέρει η κουτσομπόλα η Ανθή με τα φυτά.
Τα παρτέρια πήγαιναν πολύ καλά, εντάξει , είχε και απώλειες, μερικά δεν άντεχαν την ξεραΐλα, μερικά τα τρώγαν τα αδέσποτα, αλλά τέτοιες απώλειες ένα μυαλό μπορεί να τις αντέξει. Αυτό που δεν μπορούσε να αντέξει η κυρία κούλα είναι αυτούς που καταστρέφουν τα φυτά. Κυρίως δεν μπορούσε να καταλάβει τι σόι δαιμόνιο πιάνει έναν άνθρωπο για να καταστρέψει κάτι τόσο όμορφο όπως είναι π.χ. τα ζουμπούλια.
Έτσι η κυρία κούλα μετά που έγινε ανταρτοκηπουρός, αναγκάστηκε να γίνει και ερασιτέχνης ντεντέκτιβ, προσπαθώντας να εξιχνιάσει, στα παρτέρια που είχε συστηματική καταστροφή και ήταν πασιφανές ότι οφειλόταν σε ανθρώπινο χέρι ή πόδι, ποιος πουνατουπειοπαπαςσταυτί το έκανε.
Περνάει μία νύχτα παρακολούθηση, περνάνε δύο νύχτες, τίποτα, την τρίτη που ήταν Τρίτη και ενώ άρχισε η κυρία κούλα να νιώθει και την παρανόηση να καταφθάνει αφού άφηνε την δουλειά και το μεροκάματο για να πιάσει τον κακούργο/α, οι έρευνές της καρποφόρησαν. Βλέπει μια κοπελιά με μία κατσαρόλα στο χέρι να τρέχει και ξωπίσω της δυο νεαροί, όλοι ήσαν τόσο φουριόζοι που πάτησαν όλα τα λουλούδια από το σκαλοπάτι του σπιτιού ως το πεζοδρόμιο.
Βρε που κακό χρόνο να χετε, πετάγετε η κυρία κούλα από τον ίσκιο στο φώς σαν τον μπάτμαν, κόβοντας την περίεργη κουστωδία. Βρε τι παιδιά είσαστε εσείς που ποδοβολάτε τα λουλούδια; Άσε μας ρε θεία, και μας κοψωχόλιασες, ξέρεις τι θα μπορούσε να χε γίνει; Τι να σας αφήσω καλέ.. σε τι κόσμο τα νέα παιδιά πατάν τα λουλούδια; Υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα αν θες να ξέρεις από τα λουλούδια, της απάντησε ο ένας νεαρός. Μπα ρε σκασμένο και τι είναι τα πιο σημαντικά από τα λουλούδια ε; Η πάλη των τάξεων θεία, αλλά που να καταλάβεις εσύ που όλη μέρα ακούς τα φερέφωνα του συστήματος;
Τα ποια; Ψέλλισε η κυρία κούλα, κοιτώντας τα πατημένα ζουμπούλια που της ράγιζαν την καρδιά.. τα φερε ποια; Ξαναψέλλισε. Και είδε την κουστωδία να χάνετε λέγοντας της κάτι για κάποια ελευθερία. Την άλλη μέρα το πρωί η κυρία κούλα είχε δύο επιλογές ή να πάει να περιφράξει το κηπάκι της από τα παιδιά που τρέχουν για τους στόχους τους ποδοπατώντας ζουμπούλια, ή να μην ξαναφυτέψει τίποτα σε αυτό το παρτέρι.
M.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010


Είμαστε όλες ΤΡΑΝΣ… αλλά γιατί;
«Είμαι άνδρας, είμαι γυναίκα, έχω πούτσο ανάμεσα στα πόδια, έχω μουνί, επιτελώ συγκεκριμένο ρόλο ,σκοπός της ζωής μου είναι η διαιώνιση του είδους». Βία των ρόλων, των ταυτοτήτων, της κανονικότητας.
Η θρησκευτική πατριαρχία, ο δημοκρατικός πατερναλισμός είναι πάνω από και μέσα στα κεφάλια μας, κάθε μέρα παρών να δείχνει με το δάκτυλο την πορεία της ζωής μας και αλλοίμονο σε όποια παρεκκλίνει. Και όμως η ζωή δεν μπαίνει σε νόρμες. Οι επιθυμίες μας σπάνε τον τοίχο, τον θρυμματίζουν αργά και επίμονα. Η διάβαση φύλου, η παρένδυση, η οποιαδήποτε συμπεριφορά που εκτρέπει το επιβεβλημένο «κανονικό», είναι εδώ και κάνει αισθητή την παρουσία της.
Η επιθυμία ΤΡΑΝΣ φαντάζει απωθητική στους “κανονικούς”, διότι χάνουν την ταυτότητα τους. Μία ταυτότητα όμως που είναι ήδη χαμένη σε ένα παιχνίδι με σημαδευμένα χαρτιά. Η επιθυμία ΤΡΑΝΣ μπορεί να παίξει χυδαίους κοινωνικούς ρόλους που εξυπηρετούν μια κοινωνική κάβλα παρανοϊκή.
Το ΤΡΑΝΣ έχει διαγνωστεί με ψυχιατρικούς όρους ως ανωμαλία, αλλά πίσω από αυτήν την ανωμαλία διακυβεύονται νοικορυραίοι με έντιμη σεξουαλική υπόληψη, οι οποίοι ωστόσο ψάχνουν την μπερδεμένη ταυτότητα τους και επενδύουν λιβιδινικά στα στέκια των Τρανς. Το ΤΡΑΝΣ όμως δεν μπορεί να μεταφραστεί με οικονομικούς όρους. Δεν είναι εμπόρευμα σε πείσμα της καπιταλιστικής μηχανής. Η ηδονή της περιπλάνησής του δεν περιχαρακώνεται μέσα σε περιθώρια.
Η παραγωγή της υποκειμενικότητας, η ΤΡΑΝΣ επιθυμία, δείχνει ότι η απόλαυση της παραγωγής της ζωής δεν καταστέλλεται, όσα και αν είναι τα τεχνάσματα της σύγχρονης κοινωνίας του ελέγχου. Δεν μας σοκάρει πια το γεγονός ότι η ΤΡΑΝΣ επιθυμία, η πολλαπλότητα της ταυτότητας, καταγράφεται, σημειώνεται και καταστέλλεται για να φορμαριστεί σύμφωνα με τις επιταγές της εξουσίας.
Ο καπιταλισμός μοιράζει καθρεφτάκια. Ο καθένας έχει δικαίωμα στο όνειρο φτάνει να μπορεί να το αγοράσει. Η βιοπολιτική ως καπιταλιστικό εργαλείο έχει σκοπό να εγκολπώσει την διαφορετικότητα, να την αλλοτριώσει, να την κάνει απόκτημά της. Οι νόμοι της αστικής δημοκρατίας έχουν εισχωρήσει στις κρεβατοκάμαρές μας. Αυτό όμως που δεν έχει αντιληφθεί η εξουσία είναι ότι ακόμη και αν η διάβαση ταυτότητας υποκύπτει σε στερεότυπα, ρόλους, χαρακτήρες ή κοινότυπες συμπεριφορές, αποκαλύπτει την ίδια την κατασκευή των υποκειμένων. Γι’ αυτό προσπαθεί να την προσεταιρίσει εκχυδαϊστικά.
Η αλληλεγγύη μας δεν είναι απλώς δεδομένη, είναι πράξη αυτοσυντήρησης.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟ ΡΕΣΑΛΤΟ


Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΠΛΟ ΜΑΣ.

Στις 5.12.2009 μετά από μία γκεμπελικού τύπου επίδειξη ισχύος από το κράτος και τους μηχανισμούς του έγινε εισβολή της αστυνομίας στο αναρχικό στέκι ΡΕΣΑΛΤΟ στο Κερατσίνι, με σκοπό την ενοχοποίηση και την τρομοκράτηση των ελευθέρων κοινωνικών χώρων. Αποτέλεσμα της κρατικής βίας ήταν ο σχηματισμός ευφαντάστου κατηγορητηρίου σε βάρος 22 ατόμων που παρευρίσκονταν στον χώρο εκείνη την στιγμή.

Τέτοιου τύπου πρακτικές εντάσσονται στο πλαίσιο της “μηδενικής ανοχής” απέναντι σε όσους αντιστέκονται ενάντια στον πολιτισμό της εκμετάλλευσης, της αλλοτρίωσης, της ιεραρχίας, των διακρίσεων και της υποταγής και μάχονται κατά της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, των κομμάτων, των ΜΜΕ, των εργατοπατέρων, του κράτους και των απολογητών του.

Σε ένδειξη αλληλεγγύης κρεμάστηκε πανό στην συμβολή Πειραιώς και Ιεράς Οδού με περιεχόμενο:

Κάτω τα ξερά σας από τους ελεύθερους κοινωνικούς χώρους

Καμία δίωξη στις συλληφθείσες/έντες

Αλληλεγγύη στο Ρεσάλτο

λεσβίες - πούστηδες στα οδοφράγματα


Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010


ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΖΑΡΙ

Στο βιβλίο του «Το μεγάλο παζάρι», ο Ντανιελ Κον Μπεντίτ αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο για την ερωτικότητα. Οι απόψεις του θα τολμούσα να πω ότι ακούγονται απόλυτα μέσα στα πλαίσια της queer θεωρίας. Ο ακτιβισμός του προτάσσει ότι «αν θέλουμε μια μεταβολή της κοινωνίας, θα πρέπει να αρχίσουμε να μεταβάλλουμε κάτι» και αυτό το κάτι αφορά και τον έρωτα.

Παραθέτω μερικές από τις πιο απελευθερωτικές του απόψεις, οι οποίες γεννήθηκαν από τις εμπειρίες που έζησε με τους συντρόφους του μέσα στα κοινόβια, που με τόσο πάθος υπερασπίζεται.

«Δια μέσου της αμφισβήτησης των υλικών μας προσδέσεων που οφείλονται στην εκπαίδευσή μας, προσπαθούμε ιδιαίτερα να μετατρέψουμε τις συγκινησιακές και ακόμα τις σεξουαλικές μας σχέσεις. Να βρούμε μία νέα ηθική. Η διαφορά μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας είναι ότι στη Γαλλία τον Μάη, το σύνθημα ήταν ‘Όσο περισσότερο κάνεις έρωτα, τόσο περισσότερο έχεις την επιθυμία να κάνεις επανάσταση’, ενώ στη Γερμανία ήταν ‘Η σεξουαλική ισορροπία είναι αναγκαία…’ από όπου μέσα στις πρώτες κομμούνες, ξεπήδησε η ιδέα να γίνεται ο έρωτας κυκλικός.

Το θέμα του κοινοβιακού έρωτα εξαρτάται από την νόρμα. Από τη στιγμή που η κοινοβιακή νόρμα είναι να μην κάνεις έρωτα, ο κοινός έρωτας μπορεί πραγματικά να είναι απελευθερωτής. ¨όμως πρέπει να ξεπεραστεί το ‘πρέπει να κάνεις έρωτα, δεν πρέπει να κάνεις έρωτα’… Την πιο έντονη ευτυχία την ζει κανείς ζευγαρωμένος. Αλλά δεν έχουμε το αίσθημα ότι πρέπει το ζευγάρι να εξακολουθεί να υπάρχει ότι κι αν συμβεί. Δεν κρεμιέται κανείς απελπισμένα σε μία σχέση που γίνεται νευρωτική. Ξέρουμε ότι δεν πέφτουμε στη μοναξιά και ότι μας υποστηρίζουν άλλες σχέσεις αφοσίωσης. Έτσι οι σχέσεις αλλάζουν πιο συχνά, γεγονός που είναι θετικό, είναι κανείς πιο καθαρός με τον εαυτό του.

Η οικογένεια μπαμπάς – μαμά είναι ένα φρένο για όλα. Η ζωή στο κοινόβιο αντιπροσωπεύει μια λιγότερο καταπιεστική εναλλακτική λύση. Η μοντέρνα κοινωνία εξατομικεύει και φοβίζει. Συχνά πνιγόμαστε από το πλήθος προβλημάτων που μπαίνουν καθημερινά. Το κοινόβιο γίνεται τότε ένα κοινωνικό και συγκινησιακό στήριγμα…

Μου είναι δύσκολο να μιλήσω για τα προβλήματά μου. Συχνά οι σχέσεις μου με τους ανθρώπους είναι επιφανειακές. Αυτό ίσως συμβαίνει έτσι γιατί είμαι άνδρας (sic!). Οι γυναίκες αισθάνονται πιο δυνατά την ανάγκη να μιλήσουν για τις επιθυμίες τους και φοβούνται λιγότερο να αφήσουν να φανούν τα προβλήματά τους (ξανά sic!). Ενώ σε μένα μου δίνουν τον ρόλο του δυνατού μαχητή, ενός μαχητή που δεν έχει προφανώς σεξουαλικά προβλήματα, που μπορεί να εκφράζονται μέσα στις συγκεντρώσεις, με λίγα λόγια του απελευθερωμένου συντρόφου. Αναλαμβάνω αυτό το ρόλο, γνωρίζοντας ότι η εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμένα δεν είναι καθόλου αληθινή (σπάααστα!!!).

Στο κοινόβιο προτιμώ να μιλώ για τα προβλήματά μου με τις γυναίκες, εξ αιτίας του ότι είμαι ανίκανος να έχω σταθερές σχέσεις μαζί τους, του ότι έχω ένα πλήθος σχέσεων χωρίς να τις αναλαβαίνω μέχρι την άκρη… Σήμερα στο διαμέρισμά μας, είμαστε τρεις που έχουμε σχέσεις μεταξύ μας. Και οι τρεις άντρες έχουμε σχέση ομοφυλοφιλική (εμπρός της γης οι κολασμένοι!!!). Μιλώντας γι’ αυτό ανακαλύψαμε όμοιες αντιδράσεις. Στο διαμέρισμα που ζούσα πριν, ένας σύντροφος μας έκρυβε την ομοφυλοφιλία του για ένα χρόνο, είχε σχέσεις με άντρες έξω από το διαμέρισμα και δεν το ξέραμε. Μας μίλησε μόνο τη στιγμή που εγκατέλειψε το διαμέρισμα και έτσι απαλλάχτηκε από την ενοχή του. Στο νέο του διαμέρισμα, δήλωσε αμέσως ότι είναι ομοφυλόφιλος. Τώρα ζει ανοικτά την ομοφυλοφιλία του. Πρόκειται για ένα παράδειγμα που δείχνει ότι η κοινοβιακή ζωή μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ζούμε την σεξουαλικότητα…

Το γυναικείο κίνημα σταματά μπροστά στο διαμέρισμα του ζευγαριού. Δεν μπορούμε να πολεμήσουμε εναντίον της ζήλειας όταν ζούμε σαν ζευγάρι, γιατί ο ένας προχωρεί και ο άλλος μένει μόνος. Σε μια κομμούνα ενώ κρύβουμε ότι είμαστε ζηλιάρηδες, οπωσδήποτε μπορούμε να δοκιμάσουμε να μην είμαστε, είναι δυνατόν. Μέσα σε μία σχέση δύο ανθρώπων ο ένας ιδιοποιείται τον άλλο. Ιδίως ένας άντρας είναι πάντα καταπιεσμένος μήπως ένας άλλος άντρας μπορεί να είναι πιο δυνατός και καλύτερος από αυτόν. Ο σεξουαλικός ανταγωνισμός των αντρών μπαίνει γρήγορα στο παιχνίδι…

Ακόμα και αν δεν μπορούμε να καθορίσουμε αυτό που θα είναι σωστό, ξέρουμε ότι εκείνο που δεν θέλουμε πια είναι η μοναξιά, ο ατομικισμός, η επιθυμία να έχουμε κάτι κτήμα μας και όλες οι αξίες που εκπροσωπούν τον συντηρητισμό».

Αυτά λοιπόν ο σύντροφος Ντάνυ και μετά έγινε ευρωβουλευτής των Πρασίνων και από «το μεγάλο παζάρι» πέρασε στο μεγάλο παπάρι.